115_Worldclass_003

Ημερολόγιο εργασιακής πραγματικότητας – Μεγάλες στιγμές

Ζούμε μεγάλες στιγμές. Ο φίλος μου ο Κυριάκος όλο αυτό έλεγε από την ώρα που είχε έλθει να με πάρει από το λιμάνι. Χρόνια μπάρμαν θεωρούσε δεδομένο ότι τα είχε δει όλα. Έτσι νόμιζε μέχρι που πήγε για σεζόν σε γνωστό νησί, που για ευνόητους λόγους δεν αναφέρω (ανθρώπους δεν θίγουμε, σπίτια δεν κλείνουμε). Το νησί βέβαια και δεν ήταν αυτό που έφταιγε-είχε ξαναπάει καμιά δεκαετία πιο πριν. Και φυσικά είχαμε ακολουθήσει όλη η παλιοπαρέα. Για διακοπές περιπετειώδεις μετά μουσικής, μπυροκατάνυξης και λοιπών αλκοολούχων απολαύσεων και γενικώς νύχτες καυτές με την πανσέληνο μαζί. Ωραία είχαμε περάσει τότε-αν εξαιρέσεις την αφεντιά μου, που προκειμένου να εντυπωσιάσω υπερβόρειο τουρίστα, καταλήξαμε στο αγροτικό νοσοκομείο του τρόμου από τα άπειρα σφηνάκια τεκίλας με αποτέλεσμα ο Κυριάκος να ορκιστεί ότι δεν θα μου ξαναδώσει να πιω πότε και για κανένα λόγο αυτό το ποτό.

Για να μην ξεφεύγουμε, όμως, πίστευα ότι τώρα το είχαμε πια ξεπεράσει και λίγο η κρίση των 30 λίγο η κρίση γενικώς θα τον σπάγαμε τον όρκο και στη μαγαζάρα που μας είχε πει ότι θα δούλευε θα ζούσαμε μεγάλες στιγμές. Ναι, καλά! Φτάνοντας μια μέρα νωρίτερα από τους άλλους με την καπελαδούρα αλά Βουγιουκλάκη και με βαλίτσα όχι 4ήμερου αλλά τριών μηνών, βρήκα το φίλο μου να περιμένει στο λιμάνι αμίλητος, μουτρωμένος και παραδόξως άπλυτος. Αντί δε, να πάμε στη χώρα που είχε υποτίθεται κλείσει δωμάτια δίπλα στο δικό του, πήγαμε στη μέση του πουθενά με ένα χωράφι μόνο δίπλα κι ένα βοσκό που πίστεψέ με δεν ήθελες καθόλου να σου φωνάξει στάσου μύγδαλα. Όπου εδώ λύνεται το πρώτο μυστήριο: ο Κυριάκος ήταν άπλυτος διότι το αφεντικό του, ο τύπος που είχε το μπαρ, είχε τη φαεινή ιδέα να του κλείσει αυτό το δωμάτιο που είχε θέα στη θάλασσα (με τηλεσκόπιο), ήταν κοντά στη χώρα (20 λεπτά, ένα τσιγάρο δρόμος) και βασικότερο, δεν είχε τρεχούμενο νερό κάθε μέρα εξαιτίας ενός μπουκωμένου αγωγού. Πήγα να κάνω πλάκα, αλλά με πήρε μονότερμα και με υπερηχητική ταχύτητα είχα μάθει εντός λεπτών ότι τον είχε βάλει εδώ προσωρινά και είχαν περάσει τρεις βδομάδες, έτρωγε λεφτά για τη βενζίνη, του είχε πει άλλα χρήματα και τώρα του τα είχε αλλάξει, έπρεπε να δουλεύει παραπάνω ώρες , οι γκαρσόνες ήταν η γυναίκα του και η εικοσάχρονη κόρη του, η κάβα ανανεωνόταν μόνο όταν σχεδόν παίζανε ξύλο-κοινώς, το μαγαζί ήταν ό,τι να ‘ναι. Πήγα να αντιμιλήσω λέγοντας ότι τα τουριστικά μαγαζιά δεν είναι ακριβώς και τα Μέγαρο και να του θυμίσω πιο παλιά παραδείγματα και το μόνο που με ρώτησε ήταν αν φεύγω σε τέσσερις μέρες και ευτυχώς που είχε κλείσει εισιτήριο να είμαστε μαζί.

Πόσο χάλια μπορεί να ήταν; Πολύ! Πηγαίνοντας το βράδυ αντίκρισα την κακή εκδοχή του cocktail, την πολύ κακή εκδοχή. Το μαγαζί ήταν ένα beach bar με μπαμπού καρέκλες , διακόσμηση όπου η Ζωζώ Σαπουντζάκη συναντούσε το Φαρ Ουέστ (χρυσή κουρτίνα και μπαρ με καπέλα και άλλα σχετικά με καουμπόηδες), τα μισά ποτήρια (κρασιού και ουίσκι) δεν ήταν καλά πλυμένα,  η τουαλέτα είχε πλακάκια μπάνιου πάνω στα οποία άνετα θα μπορούσε να είχε σκαλίσει ο Μωυσής τις δέκα εντολές, και ο κόσμος φοβόμουνα ότι αν μιλούσε θα έλεγε μόνο «βλέπω κύκλους». Το μόνο ωραίο ήταν η θέα-στη θάλασσα τι παρέμβαση θα μπορούσαν να κάνουν;- και το πάσο του μπαρ, ένα ωραιότατο ξύλο πολύ περίτεχνα σκαλισμένο και τέλεια διατηρημένο. Το αφεντικό ήταν όλα τα λεφτά: όταν μας πλησίασε να συστηθεί με το λευκό σορτσάκι και το καπέλο (δώδεκα το βράδυ στην Άγρια Δύση), γκαγκανιασμένος από το μαύρισμα με το μουστάκι παχύ παχύ και είπε στον Κυριάκο να μην κερνάει τόσα σφηνάκια και να δίνει όσες πιο πολλές μπύρες και όχι περίεργα ποτά, πραγματικά τον λυπήθηκα. Και τον λυπήθηκα ακόμα περισσότερο, όταν η μουσική μας πήρε στην κυριολεξία τα αυτιά με ένα dj που είχε βγει κι αυτός από θρίλερ και έπαιζε ξεχασμένες επιτυχίες του ’80 εναλλάξ με καμένα ηλεκτρονικά κομμάτια από πάρτι σε αποθήκες και κάτι ηχεία τόσο ενισχυμένα που παρακαλούσες να κουφαθείς στο τέλος. Ο Κυριάκος βλέπεις μιλώντας με τον τύπο είχε ξεκινήσει για το νησί με τη ιδέα ότι θα πήγαινε να δουλέψει σε βίντατζ μπαρ με ένα νοσταλγικό αέρα στη διακόσμηση και τη μουσική καθώς και συγκεκριμένες πρωτοποριακές προτάσεις σε ποτά και συνδυασμούς κοκτέιλ. Μεγάλες στιγμές, μου έκανε.

Αποφάσισα να συμπαρασταθώ, παρατηρούσα όλο το βράδυ τον τύπο να του κάνει διαρκώς παρατηρήσεις για ανύπαρκτα πράγματα, με κέρασε και ήπιαμε πολλές τεκίλες και το επόμενο πρωί ειδοποίησα τους άλλους ότι είχε προκύψει κάτι σοβαρό και έπρεπε να φύγουμε, άλλαξα εισιτήρια, τον πήρα και δεν γυρίσαμε. Πήγαμε αλλού διακοπές. Ούτε που πρόλαβε να ειδοποιήσει τον τύπο. Αλλά αποφάσισε αφενός να μην ξαναπάει κάπου που δεν έχει καμία σύσταση κι αφετέρου να προσπαθεί πλέον να βρίσκει εργοδότες και προορισμούς εργασίας όχι μόνο μέσω γνωστών και φίλων αλλά κυρίως μέσων αξιόπιστων συστάσεων, γραφείων εργασίας και διαδικτυακών τόπων. Την ιστορία βέβαια έχουμε να τη λέμε – ένα εικοσιτετράωρο στη ζώνη του καλοκαιρινού εργασιακού λυκόφωτος.

Συνεχίζοντας την χρήση αυτής της ιστοσελίδας, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερα...

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο